• Παλεύοντας να νιώσω σαν «γυναίκα».

    Η υπογονιμότητα και οι πολυκυστικές ωοθήκες με έχουν κάνει και νιώθω σαν θυμωμένος έφηβος και άντρας... όχι γυναίκα.

  • Κρατώντας το κεφάλι ψηλά

    Θα συνεχίσω να προσπαθώ και δεν θα τα παρατήσω. Ξέρω πως αν συνεχίσω να έχω πίστη, τα χρήματα για την θεραπευτική αγωγή κάπου θα βρεθούν. .

  • Νιώθω στεναχώρια…

    Βίωσα όλα τα συναισθήματα, πλην αυτού που λαχταρούσα περισσότερο, την αποδοχή. Δεν έχω φτάσει σε αυτό το σημείο εδώ και 17 χρόνια, όσο δηλαδή έχει διαρκέσει και η διαδρομή μας προς την δημιουργία μιας οικογένειας.

  • Στείρα και όχι «χωρίς παιδί»

    Κανείς δεν φαίνεται να είναι σε θέση να καταλάβει πως ενώ λατρεύω τον θετό μου γιο, παραμένω η «στείρα».

  • Πόνος και Θλίψη

    Προσπαθούμε να κάνουμε παιδί εδώ και δέκα χρόνια, έχω πολυκυστικές ωοθήκες. Οι φίλοι μας και τα υπόλοιπα μέλη των οικογενειών μας αποκτάνε τα δικά τους παιδιά ξανά και ξανά.

 Μυστική Πύλη
...γύρισε το κλειδί

Υπο_γόνιμες σκέψεις...

Η ώρα δέκα το πρωί. Αυτή βρισκόταν στην ίδια θέση από τις 8.30 που είχε επιστρέψει από το μικροβιολογικό –πάνω στην αγαπημένη καρέκλα της γιαγιάς, σχεδόν κουλουριασμένη και ολοκληρωτικά βυθισμένη στις σκέψεις. Προσπαθούσε να τις κοντρολάρει, να τις δαμάσει, να τις υποτάξει! Εικόνες περνούσαν από τα μάτια της,σαν καθυστερημένα λεωφορεία της γραμμής, που βιαστικά συλλέγουν τους επιβάτες από τη στάση. Εικόνες όπως αυτή του εαυτού της, με την φουσκωμένη κοιλιά καθισμένη στον καναπέ του σπιτιού βράδυ, να την χαϊδεύει περιφανή. Και δίπλα της καθισμένος αυτός, το στήριγμά της. Μαζί να κάνουν όνειρα για το αγέννητο παιδί τους. Το παιδί που τόσο λαχταρούσα, αυτό που θα ολοκλήρωνε την ευτυχία τους, αυτό που θα γέμιζε το αδειανό σπιτικό τους με γέλια, κλάματα, χαχανητά.

«Μα ποιόν κοροϊδεύεις Βίκυ» σκέφτηκε και η εικόνα χάθηκε σαν το βιαστικό λεωφορείο.

«Τόσες προσπάθειες έχεις κάνει. Είναι δυνατόν αυτή η 14η σπερματέγχυση να μπορέσει να κάνει τη διαφορά;» μουρμούριζε στον εαυτό της ξανά και ξανά, προκειμένου να τον πείσει ότι όλη αυτή η εικόνα ήταν χίμαιρα.

Το κουδούνισμα του τηλεφώνου, την έσωσε κυριολεκτικά. Σαν ελατήριο πετάχτηκε από την πολυθρόνα, ίσιωσε το κορμί και έκανε το πρώτο βήμα. Βήμα βαρύ, αλλά αναγκαίο. Για μια φορά ακόμα, για την 14η έπρεπε να φανεί δυνατή. Πώς; Μόνο αυτή ήξερε .Είχε τόσο καλά εκπαιδεύσει τον εαυτό της στο να κλαίει μέσα της, που είχε πείσει το περίγυρό της ότι ήταν φτιαγμένη από ατσάλι. Έπρεπε να διατηρήσει την εικόνα αυτή, γιατί δεν άντεχε το θλιμμένο βλέμμα των τρίτων, δεν ήθελε να την λυπούνται .

Σήκωσε το ακουστικό.

«Παρακαλώ;»
«Βίκυ μου, η Λένα είμαι…..είσαι έγκυος κούκλα μου, συγχαρητήρια!»

Ξάφνου η εικόνα της με την φουσκωμένη κοιλιά επανήλθε στα μάτια. Ένιωσε στιγμιαία πως όλο αυτό ήταν ένα όνειρο. Προσπαθούσε να συγκεντρωθεί προκειμένου να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί.

Όχι, όχι κάποιο λάθος έχει γίνει και αυτομάτως αντέδρασε.

«Εγώ;  Είσαι σίγουρη;»

«Μα ναι, σου λέω. Είσαι έγκυος, 68 μονάδες η χορειακή σου!»

Η Μικροβιολόγος ήξερε, γνώριζε τον αγώνα της, τη λαχτάρα της για το άκουσμα ενός θετικού αποτελέσματος. Και είχε χαρεί, το ένοιωσε από τον ενθουσιώδη τόνο της φωνής της. Πώς να μη χαρεί, άλλωστε; Γνώριζε πολύ καλά την ψυχολογία της αφού και αυτή είχε αποκτήσει τα δίδυμα της με εξωσωματική! Ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που την καταλάβαινα, που με ένα βλέμμα τους και μόνο την έκαναν να νιώθει γαλήνια.

Κατέβασε σαστισμένη το ακουστικό. Η ζάλη που ένιωσε σίγουρα δεν ήταν από την εγκυμοσύνη. Όλα είχαν ανατραπεί, δεν ήταν πια τόσο γνώριμα. Αυτό που είχε ακούσει φοβόταν να το ξεστομίσει. Όλο αυτό το διάστημα των 14 ημερών της αναμονής, προετοίμαζε υπομονετικά τον εαυτό της για το αρνητικό! Δεν ήταν δύσκολο άλλωστε να το κάνει. Ήταν εξοικειωμένη με την διαδικασία. Θα ενημέρωνε το κέντρο και τον γιατρό της, θα έπαιρνε τη μητέρα της για να την ενημερώσει ότι είναι καλά, αλλά δε θέλει να δει κανέναν, θα έκλεινε τα παραθυρόφυλλα της κρεβατοκάμαρας της και εκεί θα πενθούσε για της επόμενες δυο με τρείς μέρες. Τώρα τι;
Σήκωσε ξανά το ακουστικό και σχημάτισε τον γνώριμο αριθμό του κινητού του. Αυτός έπρεπε να το μάθει πρώτος. Αυτός που ήταν ο στυλοβάτης, η αγκαλιά που κάθε φορά έβρισκε για να ξαποστάσει!

«Είμαι έγκυος»του είπε, μα εκείνη δεν πίστευε αυτό που του ομολογούσε εκείνη τη στιγμή.

«Το' ξέρα…»τον άκουσε να λέει και ένοιωσε τη χαρά του να διαπερνά το κορμί της. Την επόμενη ακριβώς στιγμή ένοιωσε άσχημα. Εκείνος είχε πίστη …αυτή πάλι όχι!  Ποιος όμως, θα μπορούσε να την κατηγορήσει γι αυτό; Στο πίσω μέρος του μυαλού της ακόμα αντηχούσε η συνήθης φράση: «Λυπάμαι…αρνητικό!». Πώς μπορούσε να τιθασεύσει την θύμηση της πρώτης εγκυμοσύνης της που είχε τερματιστεί άδοξα την 8η βδομάδα;

Μισή ώρα αργότερα, αυτός ήταν στο σπίτι τους. Μαζί επικοινώνησαν με το γιατρό που της συνέστησε μια επανάληψη της εξέτασης δυο μέρες μετά! Δυο μέρες μόνο, για αυτήν φάνταζαν αιώνες! Πώς θα περνούσαν δυο ολόκληρα εικοσιτετράωρα; Αυτή η αναμονή, πιο δύσκολη από την αρχική. Μπερδεμένες εικόνες, κουβάρια τα συναισθήματα. Για άλλη μια φορά, για διαφορετικό λόγο έπρεπε να διατηρήσει σε πρώτο πλάνο, τον ατσάλινο χαρακτήρα της. Τους φόβους της κρατημένους καλά μέσα της, το χαμόγελο της χαραγμένο μόνιμα στο πρόσωπο. Δεν ήθελε να στερήσει αυτές τις στιγμές χαράς από τον άντρα της, δεν είχε το δικαίωμα αυτό!

Το αποτέλεσμα της επαναληπτικής εξέτασης έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Η αύξηση της χορειακής ήταν όχι η αναμενόμενη. Τα λόγια του γιατρού μαχαίρια στην ψυχή της.

«Βίκυ, δεν είναι καλή η αύξηση της ορμόνης. Μάλλον πάμε για βιοχημική! Θέλω άλλη μια επανάληψη τη Δευτέρα».

Η φωνή της συνείδησης της έκανε πάρτι. «Το ήξερα,το ήξερα,στο έλεγα …μη χαίρεσαι, μην πανηγυρίζεις». Και οι σκέψεις πήραν και αυτές μορφή, έγιναν ήχος που αντηχούσε κραυγαλέα στα αυτιά της. «Πάρτο απόφαση, δεν είσαι άξια να γίνεις μάνα!».
Η έκφραση στο πρόσωπο της,μαρτυρούσε τα κακά μαντάτα σε αυτόν που στεκόταν απέναντι της με την ίδια ακριβώς αγωνία. Για άλλη μια φορά έγινε ολόκληρος η γνώριμη αγκαλιά που την έκλεισε μέσα της! Ένιωσε ασφάλεια και εκεί έκλαψε γοερά!

Τρείς ολόκληρες μέρες τα ίδια ερωτήματα ξανά και ξανά την απασχολούσαν. «Τι πήγε στραβά; Τι δεν έκανα σωστά; Έκοψα το τσιγάρο, τρώω πιο υγιεινά».
Ερωτήματα που δεν έβρισκαν απάντηση. Και οι νύχτες ήταν οι πιο βασανιστικές. Εκείνες οι ώρες της απόλυτης ηρεμίας, ήταν αυτές που γεννούσαν τις πιο σκληρές σκέψεις. Σκέψεις που δε μπορούσε να μοιραστεί με κανέναν ,που γίνονταν ασήκωτο φορτίο. Μόνη της έπρεπε να το κουβαλήσει.

Ξημέρωσε Δευτέρα, χωρίς να έχει κλείσει μάτι. Σηκώθηκε κατευθύνθηκε στο μπάνιο και με γρήγορες κινήσεις ετοιμάστηκε για να πάει ξανά στο μικροβιολογικό.Ήθελε να τελειώνει το συντομότερο δυνατό. Έδωσε αίμα και έφυγε αμίλητη και ανέκφραστη. Γύρισε σπίτι. Έγειρε το πονεμένο σώμα της στην πολυθρόνα της γιαγιάς και την πήρε ο ύπνος. Δεν ανησυχούσε για το αποτέλεσμα, γιατί το θεωρούσε πια δεδομένο. Είχε κλείσει το τηλέφωνο, αφού αυτός είχε αποφασίσει να την βγάλει από τη δύσκολη θέση. Θα έπαιρνε τα αποτελέσματα και θα της τα ανακοίνωνε με την επιστροφή του από τη δουλειά. Δεν είχε πια τίποτα να περιμένει... βρισκόταν πάλι στο σημείο μηδέν.

Το απότομο άνοιγμα της πόρτας την ξύπνησε. Έστρεψε το βλέμμα της προς τα εκεί και αντίκρισε αυτόν, με το χαρτί της εξέτασης στα χέρια του.

«Έχουμε τριπλασιασμό της ορμόνης !!»  και το χαμόγελο ήταν διάχυτο στο πρόσωπό του. Αλήθεια, πόσο καιρό είχε να τον δει τόσο ευτυχισμένο!

«Με κοροϊδεύεις;» ήταν η μόνη αυθόρμητα φράση που βγήκε από το στόμα της.

«Να, να …δες» και επιδεικτικά πρόβαλε το χαρτί μπροστά στο πρόσωπο της.

Τα δάκρυα της ψυχής της ξεχείλισαν τα μάτια της και έκαναν αδύνατη την ανάγνωση του αποτελέσματος. Ήταν αλήθεια, γίνονται θαύματα και αυτό που βίωνε εκείνη τη στιγμή ήταν το δικό της θαύμα. Ήταν μια ανάσα ζωής, για την ακρίβεια το φιλί της ζωής. Έτσι το ένιωθε.

Δέκα μέρες αργότερα βρισκόταν στην Αθήνα, στην αίθουσα αναμονής του γιατρού. Για πρώτη φορά θα αντίκριζε την εικόνα του ονείρου. Είχε ήδη πλάσει κάτι σχετικό στο μυαλό της, αλλά σήμερα θα το έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια. Γλυκιά η αναμονή για να μπει στην αίθουσα εξέτασης. Η άχαρη καρέκλα τώρα τής φαινόταν σαν εκείνο το μεταφορικό μέσο που ήταν έτοιμο να την ταξιδέψει σε έναν άλλο κόσμο, πιο όμορφο,πιο αρμονικό. Βιαστικά, έβγαλε τα ρούχα της και ανέβηκε. Ίχνος ντροπής δεν αισθάνθηκε. Το μόνο που ήθελε ήταν να ανοίξει το μόνιτορ, να δει τη μορφή που θα άλλαζε σε λίγους μήνες τη ζωή της ίδιας, αλλά και εκείνου, που για άλλη μια φορά ήταν ακριβώς δίπλα και της χάιδευε το μπράτσο!

Και η στιγμή έφτασε και παρόλο που δεν καταλάβαινε πολλά από αυτό που έβλεπε στο μόνιτορ, ένοιωσε μάνα! Υπερβολή για κάποιους; Ίσως, αλλά εκείνη το ένοιωσε.

«Βίκυ μου, όλα είναι μια χαρά με τον σάκο σε καλή θέση, αυτή η μικρή κουκιδίτσα είναι η καρδούλα. Είναι νωρίς για να ακούσουμε παλμό, αλλά για μισό λεπτό, έχουμε μια μικρή αποκόλληση».

Ταράχτηκε. Ο γιατρός το ένοιωσε και έσπευσε να την καθησυχάσει .

«Δε χρειάζεται να ανησυχείς, βρίσκεται μακριά από τον σάκο. Αλλά θέλω προσοχή, δε θα σηκώνεις βάρη… όλα θα πάνε καλά».

 

Και έτσι έκανε. Πιστά ακολούθησε τις εντολές του γιατρού, γιατί το «φορτίο» που κουβαλούσε μέσα της ήταν πολύτιμο. Μέρα με τη μέρα το ένοιωθε να μεγαλώνει μέσα της. Μέρα με τη μέρα το αγαπούσε όλο και πιο πολύ, δενόταν μαζί του με έναν πρωτόγνωρο για αυτήν δεσμό, το δεσμό της μάνας!

Ο επόμενος υπέρηχος έκανε πιο έντονη την παρουσία του. Οι χτύποι της καρδιάς του αντηχούσαν δυνατά στα αυτιά της και τη γέμισαν με σιγουριά για την πορεία της εγκυμοσύνης της. Το αγοράκι της ήταν μια χαρά και η ανάπτυξη του φυσιολογική.  Οι λιγοστοί φόβοι της απομακρύνονταν. Βρισκόταν σε ασφαλές σημείο. Τι θα μπορούσε τώρα να της στερήσει τη χαρά;

Ο χρόνος περνούσε αργά. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν σύμμαχός της.Τον έβλεπε να της παρέχει στιγμές ανεπανάληπτες. Είχε πολύ καιρό να γελάσει με την ψυχή της, να βγει να κάνει βόλτα ανέμελη. Είχε καιρό να σταματήσει στην παιδική χαρά της γειτονιάς της για να χαζέψει τα παιδιά που έπαιζαν εκεί. Είχε καιρό να αποδεχτεί πρόσκληση σε παιδικό πάρτι φίλων της, που ήταν ήδη γονείς. Μέχρι τότε και λίγο πριν, όλες αυτές οι καθημερινότητες την πλήγωναν. Τις έβγαζαν αισθήματα ζήλιας, ντροπής, διαφορετικότητας που την πονούσαν βαθιά και πολύ!

Τώρα όλα ήταν διαφορετικά. Αύτη ήταν διαφορετική. Στιγμή τη στιγμή ένοιωθε την αλλαγή στη ψυχή και το σώμα της. Μέχρι και τα ρούχα της έδειχνα διαφορετικά πάνω της. Το ελαφρύ στρογγύλευμα της κοιλιάς της ήταν το αγαπημένο της σημείο, γι αυτό ένοιωθε τόσο, μα τόσο περήφανη. Ήταν αδύνατον να φανταστεί ότι πλησίαζε η μέρα που θα άφηνε παντοτινά μέσα της το πιο βαθύ σημάδι.

Απόγευμα Τρίτης καθισμένη στο γραφείο της. Φορούσε το πρώτο παντελόνι εγκυμοσύνης που είχε αγοράσει, αφού πλέον τα παλιά παντελόνια δυσκολευόταν να τα κουμπώσει. Αυτός στο διπλανό δωμάτιο διάβαζε τις εφημερίδες στο διαδίκτυο. Από το πρωί δεν αισθάνονταν ιδιαίτερα ευδιάθετη, αλλά δεν ήταν παράξενο γι αυτήν. Έγκυος ήταν. Θέλησε να σηκωθεί για να ξεμουδιάσει λίγο. Δε πρόλαβε να κάνει ούτε ένα βήμα, όταν ένοιωσε καυτό το αίμα να κυλά ανάμεσα στα πόδια της και να πλημμυρίζει το πάτωμα. Μαύρισε ο τόπος γύρω της. Δεν ήταν αληθινό αυτό που έβλεπε, σίγουρα ονειρευόταν, έτσι σκέφτηκε. Έπρεπε να ξυπνήσει το συντομότερο δυνατό, γιατί όλη εκείνη η εικόνα με έντονο το κόκκινο χρώμα τη τρόμαζε!Ορθάνοιξε τα μάτια της συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν όνειρο. Μια κραυγή απελπισίας ήταν το μόνο που κατάφερε να ξεστομίσει. Πανικός,πανικός,πανικός. Ούρλιαζε μόλις αυτός έφτασε δίπλα της. «Πάει το παιδί μου, πάει ...πάει».

Με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της, αυτός την έσυρε κυριολεκτικά στο μπάνιο. Μάταια προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Το αίμα συνέχιζε να κυλά στα πόδια της κάνοντας την ακόμα πιο υστερική! Όσο αυτός μιλούσε στο τηλέφωνο με τον γιατρό στην Αθήνα, αυτή συνέχιζε το μοιρολόι: «πάει το παιδί μου… σου λέω…πάει».

Πήρε μηχανικά το τηλέφωνο και το τοποθέτησε στο αυτί της. Έπρεπε να εξηγήσει στο γιατρό τι είχε συμβεί. Προσπάθησε να αποδεχτεί τα λόγια του, ότι το παιδί δεν είχε χαθεί, ότι πιθανόν η αποκόλληση που είχαν δει στον υπέρηχο αιμορραγούσε εσωτερικά και συσσωρεύτηκε το αίμα στον τράχηλο και… και …και.  Λόγια, λόγια, λόγια. Εκείνη ζούσε σε μια άλλη πραγματικότητα και ήταν το μόνο που μπορούσε να αποδεχτεί. Αδύνατον να θυμηθεί πώς πέρασαν οι επόμενες δυο μέρες. Ο πόνος της ψυχής της είχε μουδιάσει το σώμα και το μυαλό. Η σκέψη κολλημένη εκεί…μέσα της, πλάι του.Υπήρχε, ζωντανό ή νεκρό, το κουβαλούσε ακόμα στα σωθικά της.

Παρασκευή πρωί και η θέα εκείνης της καρέκλας που τόσο την χαροποιούσε κάθε φορά που την αντίκριζε αυτούς τους τρεισήμισι μήνες, τώρα τη τρομοκρατούσε. Δεν ήθελε να ανέβει, αλλά έστω κι αν το ομολογούσε,ποιος θα την καταλάβαινε; Ποιος μπορούσε να την καταλάβει.Θεέ μου, τόση μοναξιά…δεν την άντεχε!

«Το παιδί σου, Βίκυ, είναι μια χαρά… άκου την καρδούλα του!». Τα λόγια του γιατρού βάλσαμο για κείνη. Και ξαφνικά το μόνο που άκουγε ήταν η καρδιά του. Τίποτε άλλο. Ρουφούσε τον ήχο της σαν διψασμένο χώμα! «Σπλάχνο μου …είσαι ακόμα ζωντανό».

Ο γιατρός έπρεπε να είναι ειλικρινής μαζί της, άλλωστε αυτό απαιτούσε και εκείνη! «Θα χρειαστεί να πάρεις αντιβίωση, όχι πολύ δυνατή για να μην κάνουμε κακό στο έμβρυο. Η ύπαρξη του αίματος μπορεί να καλλιεργήσει μικρόβιο που αν δεν καταπολεμήσει η συγκεκριμένη αντιβίωση, τότε αυτό θα μπορέσει να κολλήσει στο σάκο και να τον σπάσει. Σε αυτή τη περίπτωση θα χαθούν πολύτιμα υγρά και δε το θέλουμε αυτό».

Λόγια προφητικά; Ή απλά η πείρα ενός εξειδικευμένου επιστήμονα; Δέκα μέρες αργότερα αυτή εξακολουθούσε να είναι ακίνητη στο κρεβάτι. Είχε παραμείνει στο σπίτι της στην Αθήνα, κατ ’εντολή του γιατρού της, που ήθελε να είναι κοντά του για παν ενδεχόμενο.
Δέκα μέρες που δεν τολμούσε ούτε στην τουαλέτα να πάει χωρίς την βοήθεια εκείνου ή της μητέρας της που την είχε ακολουθήσει. Η μητέρας της! Αχ, αυτή η ηρωίδα μάνα! Εκεί δίπλα στο κρεβάτι της, σκυφτή πάνω από το εργόχειρο της, να της μιλά, να την φροντίζει .Ένοιωθε τον πόνο της, την αγωνία της. Ήταν σίγουρη ότι τον ένοιωθε. Αυτό που δεν μπορούσε, όμως,  να κάνει ήταν να μπει στον κόσμο της και να πάρει τον πόνο από μέσα του! Αυτή η γυναίκα που είχε φέρει στον κόσμο τέσσερα παιδιά, ήταν τώρα τόσο αδύναμη απέναντι στην ανάγκη αυτή του παιδιού της!
«Μαμά, βοήθησέ με να σηκωθώ, θέλω να πάω στον μπάνιο»  και η μάνα, πιστή στο καθήκον της τη βοήθησε. Δευτερόλεπτα αργότερα ταράχτηκε από τα ουρλιαχτά της.
«Υγράααα, έχω υγρά».
Εκείνος μπήκε πρώτος στο μπάνιο, τη βρήκε να κλαίει πάλι, σκυμμένη πάνω από την τουαλέτα ανήμπορη να αντιδράσει. Δε τολμούσε,ούτε με τα χέρια της να ακουμπήσει το σώμα της, φοβόταν ότι το παραμικρό άγγιγμα θα προκαλούσε επιπλέον ζημιά! Η αντίστροφή μέτρηση είχε ξεκινήσει και εκείνη το ένοιωθε πια, καθώς την μετέφεραν στο ιατρείο. Ο γιατρός της την περίμενε, το ίδιο ήρεμος, το ίδιο ψύχραιμος. Έκανε την πρώτη εξέταση.

«Δε φαίνεται να έχεις χάσει υγρά από τον σάκο, θέλω να γυρίσεις σπίτι και να μείνεις ακίνητη στο κρεβάτι, θα παρακολουθήσουμε την πορεία».
«Ποιόν κοροϊδεύει», σκέφτηκε με μιας. Σκέψη σιωπηρή που δε τολμούσε καν να ψελλίσει. Εκείνη το ένοιωθε, κάτι δε πήγαινε κα
λά. Το σώμα της έστελνε τα μηνύματα στο υποσυνείδητο της, κάτι δε πάει καλά.Όμως, έπρεπε να προσποιηθεί προς χάριν εκείνου που ακόμα ήλπιζε, προς χάριν της μάνας της που εκλιπαρούσε με το βλέμμα της για ένα καλό νέο. Έπρεπε με μιας να γίνει πάλι το ατσάλι.

Την άλλη μέρα το πρωί επιβεβαιώθηκε. Νέα υγρά έκαναν την εμφάνιση τους και βρέθηκε ξανά στο ιατρείο να κάνει πάλι την ίδια εξέταση. Το αποτελέσματα της ξεκάθαρα πια πιστοποιούσε εκείνα τα προφητικά λόγια του γιατρού της.

«Μπορεί να καλλιεργηθεί μικρόβιο που, αν κολλήσει στο σάκο, μπορεί να τον σπάσει και να χάσουμε πολύτιμα υγρά και δε το θέλουμε αυτό».

Ό,τι φοβόταν, ό,τι ήλπιζε μάταια ότι δε θα συμβεί, έγινε η νέα σκληρή πραγματικότητα για εκείνη. Οι οδηγίες του γιατρού σαφείς. Θα παρέμενε στο κρεβάτι για τέσσερις μέρες ακόμα, για να δουν αν τα υγρά αναπληρωθούν. Είχε στην διάθεση της τέσσερις μέρες με το γιό της. Τέσσερις μέρες μαζί του, που φάνταζαν λίγες για να του εκφράσει όλη την αγάπη που είχε μέσα της γι’αυτόν. Λίγες για να το πείσει ότι πρέπει να παλέψει μαζί της και να κρατηθεί μέσα της .Τέσσερις μέρες σε εκείνο το κρεβάτι καθισμένη, σκυφτά να κοιτά μόνιμα την κοιλιά της, να μιλά στον μωρό της ψιθυριστά, γιατί οι άλλοι ήταν γύρω της, δεν έπρεπε να τους στεναχωρεί.Αυτή άλλωστε είχε επιλέξει το ρόλο της δυνατής και έπρεπε να τον παίξει τέλεια, όπως πάντα άλλωστε! Και η μοναξιά σε πρώτο πλάνο ξανά.

Δευτέρα πρωί, στο ίδιο ιατρείο,ξανά πάνω σε κείνη τη καρέκλα, που τώρα μισούσε, να περιμένει το γιατρό. Με κείνον δίπλα της να της κρατά σφιχτά το χέρι, αλλά στάση που δεν της άφηνε κανένα συναίσθημα πια. Στο ταξίδι που θα έκανε,ήταν μόνη.
Ο γιατρός μπήκε σοβαρός,ανέκφραστος. Άνοιξε το μόνιτορ και η μορφή εμφανίστηκε στην οθόνη. Η ψυχή της σπαρτάρησε! Κάρφωσε το βλέμμα πάνω της γιατί ήξερε ότι ήταν η τελευταία φορά που έβλεπε το παιδί της. Έπρεπε να κρατήσει την εικόνα του στα μάτια της. Ήταν το μοναδικό πράγμα που μπορούσε να κάνει. Και αυτός ο ήχος, ο τόσο γλυκός, σπάραζε τα σωθικά της.

«Λυπάμαι. Βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση.Τα υγρά δεν αναπληρώθηκαν. Βίκυ, πρέπει να το πάρουμε»
«Όχι. Πείτε μου τι εναλλακτικές έχω, θα κάνω ότι χρειαστεί» το μόνο που μπόρεσε να πει. Εκείνος δίπλα της είχε ήδη λυγίσει, έκλαιγε! Εκείνη, όμως, ήταν η μάνα, δική της η απόφαση, δικό της το παιδί, δικό της το ρίσκο.
«Δε γίνεται να προχωρήσει η εγκυμοσύνη έτσι. Αν δε το πάρουμε υπάρχουν τρεις πιθανότητες: να πεθάνει μέσα σου γύρω στους 6 μήνες και να πρέπει να το γεννήσεις νεκρό ή μπορεί να πεθάνει μέσα σου, να πάθεις σηψαιμία και να χάσουμε και την μήτρα ή να γεννηθεί, όμως, σίγουρα, θα έχει πρόβλημα στον εγκέφαλο και στους πνεύμονες».

Η τελευταία πρόταση του γιατρού την λύγισε, την τσάκισε. Πώς θα μπορούσε να σταθεί τόσο εγωιστικά απέναντι στο σπλάχνο της. Να πάρει το ρίσκο να του δώσει, ποια ζωή; Αυτή του ανίκανου, του ανάπηρου; Όχι, όχι δε μπορούσε να το κάνει αυτό! Δεν ήθελε τέτοια ζωή για το παιδί της. «Όχι γιατρέ, κάντε αυτό που πρέπει».

Είχε ήδη συναινέσει με πόνο στην απόφαση του γιατρού. Πόνο που «βίασε» να μείνει μέσα της. Εκείνος έκλαιγε παρακαλώντας τον γιατρό να προσέξει την γυναίκα του στο χειρουργείο που κανονιζόταν για την επόμενη το πρωί. Η μάνα της να προσπαθεί να τον παρηγορήσει φοβούμενη, μη πάθει κάτι. Και εκείνη εκεί, μόνη να πνίγει ένα - ένα τα δάκρυα που προσπαθούσαν να βγουν από τα μάτια της, να πνίγεται από τους τοίχους του δωματίου, να θέλει απεγνωσμένα να βγει έξω για να ανασάνει, να εξαφανιστεί.

Όλη νύχτα προσπαθούσε να αποδεχτεί τα λόγια της λογικής, να κατανοήσει τα «πρέπει». Αυτά που της στερούσαν την Μητρότητα.

Το πρωί δεν άργησε να έρθει, ούτε εκείνη άργησε να φτάσει έξω από την πόρτα του χειρουργείου, μαζί με όλους που της συμπαραστέκονταν και που είχαν πια γίνει περισσότεροι από δυο.Όμως, μόλις η πόρτα άνοιξε, μόνη την πέρασε και εκεί μέσα, μόνη ‘έπαιξε’ την πιο άχαρη σκηνή του δράματος,στο οποίο ήταν πρωταγωνίστρια!

Όταν άνοιξε τα μάτια της όλα είχαν τελειώσει. Όλοι αυτοί οι τέσσερις μήνες είχαν, σε λίγα λεπτά γίνει ανάμνηση, πικρόγλυκη θύμηση. Οι τύψεις έκαναν την καθυστερημένη εμφάνιση τους. Ένοιωσε ως ‘δολοφόνος’, είχε πει «ναι» στην θανάτωση του ίδιου της του παιδιού. Την σκέψη της διέκοψε η είσοδος στο δωμάτιο του γιατρού της. Χωρίς να αρθρώσει λέξη, άγγιξε με μια πατρική τρυφερότητα το κεφάλι της και ένιωσε το χάδι του. «Όλα πήγαν καλά Βίκυ, σε λίγο θα μπορείς να φύγεις».
Είχε αφουγκραστεί τον πόνο της, αλλά τι άλλο θα μπορούσε να κάνει γι’ αυτήν; Ποιος άλλωστε μπορούσε; Ποιος ήταν αυτός που θα κάλυπτε το κενό που ένιωθε μέσα της; Το σώμα της περισσότερο παρομοίαζε με ένα γεμάτο δοχείο που μόλις κάποιος το είχε αδειάσει.

Βγαίνοντας την ίδια μέρα από το νοσοκομείο, δεν ήταν πια η ίδια .Δεν έκλαψε, δε θρήνησε ,δεν άναψε ποτέ κεράκι στην μνήμη της λιγοστής παρουσίας του στον κόσμο αυτό, αφού γι’ αυτήν, το παιδί αυτό δεν «έφυγε» ποτέ. Ζει μέσα της, στη σκέψης μέχρι σήμερα. Του μιλάει κάθε μέρα και δε παύει στιγμή να του ζητάει συγγνώμη για το γεγονός ότι δε στάθηκε η μάνα που του άξιζε!

 

Έχουν περάσει  χρόνια από τότε. Το 2008 κατάφερα να φέρω στον κόσμο τα διδυμάκια μου με την πρώτη εξωσωματική. Ένα κορίτσι και ένα αγόρι που σήμερα είναι επτά χρόνων και είναι το φως μου. Ό,τι η ζωή μου στέρησε – ένα κορίτσι που έχασα από την πρώτη μου εγκυμοσύνη και ένα αγόρι από την δεύτερη-μου το πρόσφερε δύο χρόνια μετά τη δεύτερη αποβολή, με τον ερχομό των διδύμων ακριβώς με την ίδια σειρά, πρώτα το κορίτσι και μετά το αγόρι. Δεν ξέρω, αν μετάνοιωσε για ό,τι μου προκάλεσε και θέλησε να επανορθώσει. Αυτό που ξέρω είναι ότι κατάφερα να γευτώ τη Μητρότητα μετά από έναν απίστευτο αγώνα που άφησε χαραγμένα μέσα μου, για πάντα τα πιο βαθιά σημάδια.

 

Copyright © 2017 Μυστική Πύλη - mitrotita.gr Rights Reserved.
SlideBar

Τέλος συζήτησης

SlideBar